ΚΚΕ: «ΕΞΑΓΟΡΑ» ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

ΒΑΣΙΛΗ ΜΗΝΑΚΑΚΗ

 

Μοιάζει με μαύρο χιούμορ και όμως δεν είναι. Την περασμένη Κυριακή, τις στιγμές δηλαδή που η κυβέρνηση και η εργοδοσία ορι­στικοποιούσαν την εισοδηματική πολιτική, τον προϋπολογισμό και άλλα μέτρα εξόντωσης της εργατι­κής τάξης, ο Ριζοσπάστης κυκλο­φορούσε με τον αγωνιώδη τίτλο «Σαρώνονται οι επιχειρήσεις από το πολυεθνικό κεφάλαιο. Ξέφραγο αμπέλι στις ασύδοτες ορέξεις του ξένου κεφαλαίου η οικονομία».

Το κείμενο που συνόδευε τους τίτλους αυτούς σοκάρει ακόμα πιο πολύ: «Σε κίνδυνο βρίσκεται ακό­μη και η ελληνική ταυτότητα της οικονομίας… οδηγούμαστε με μα­θηματική ακρίβεια στον αφελληνι­σμό όχι μόνο των εμποροβιομηχα­νικών επιχειρήσεων, αλλά και της ελληνικής οικονομίας συνολικά»!

Γιατί, λοιπόν, τόσο άγχος από το ΚΚΕ για την τύχη και το μέλλον των μικρών και μεσαίων (ή και ο­ρισμένων μεγαλύτερων) ιδιοκτη­τών και καπιταλιστών; Γιατί τέτοια αγωνία για την ταυτότητα και τη σημαία των αστών που δραστηριο­ποιούνται στην Ελλάδα;

Η Αλέκα Παπαρρήγα δηλώνει ότι «είμαστε κατά του υπερβολι­κού κέρδους, αλλά όχι κατά του νόμιμου κέρδους». Με αυτή τη λο­γική η πάλη κατά των ιδιωτικοποι­ήσεων μπαίνει κάτω από την ο­μπρέλα της «σωτηρίας του εθνικού πλούτου και των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας», της αντί­στασης στον «αφελληνισμό και τη διάλυση του παραγωγικού ιστού της χώρας». Με ανάλογο πνεύμα ο αγώνας για τα εργατικά δικαιώμα­τα γίνεται από τη σκοπιά της «πα­ραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας», της «εθνικής ανάπτυ­ξης» (εννοείται στο έδαφος του καπιταλισμού), της ανάγκης για «παραγωγικές επενδύσεις και τε­χνολογικό εκσυγχρονισμό των επι­χειρήσεων». Στο ίδιο μήκος κύμα­τος η πάλη κατά της ΕΟΚ έχει ως αφετηρία την «αυτοδύναμη οικο­νομική ανάπτυξη της χώρας».

Έχουμε, προφανώς, να κάνου­με με μια βαθύτερη αντίληψη, που τελικά χωνεύει τον όποιο ριζοσπα­στισμό του ΚΚΕ στα πλαίσια της αστικής πολιτικής.

Στην καρδιά αυτής της αντίλη­ψης βρίσκεται η λογική του ΚΚΕ για τα «στάδια», ο διαχωρισμός της αντιμονοπωλιακής από την αντικαπιταλιστική πάλη. Σύμφωνα με αυτή τη λογική ο κύριος αντίπα­λος σήμερα είναι τα μονοπώλια (ι­διαίτερα τα «ξένα») και όχι το κε­φάλαιο συνολικά. Έτσι, συνεχίζει το ΚΚΕ, η επανάσταση (η οποία α­ναγορεύεται μάλιστα σε στρατηγι­κό στόχο και όχι σε πυρήνα της τα­κτικής, όπως έκανε ο Λένιν) θα εί­ναι αντιμονοπωλιακή – αντιϊμπεριαλιστική και όχι αντικαπιταλιστική. Το κύριο καθήκον της είναι να ανατρέψει το πλέγμα της μονο­πωλιακής κυριαρχίας και της ε­ξάρτησης και όχι όλο το πλέγμα της αστικής κυριαρχίας – γι’ αυτό βλέπουμε αργότερα…

Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι πολλά και εύλογα. Με ποιο τρόπο μπορεί να διαχωριστεί η πά­λη κατά της μονοπωλιακής αφρό­κρεμας από τον αγώνα κατά του κεφαλαίου συνολικά (μαζί και των ασθενέστερων τμημάτων του, τα ο­ποία άλλωστε ελπίζουν να ισχυρο­ποιηθούν και να γίνουν χαλίφης στη θέση του χαλίφη); Με ποιο τρόπο μπορεί να διαχωριστεί η πά­λη κατά των «ξένων» αφεντικών απ’ αυτή κατά των ντόπιων σε μια εποχή που διαπλέκονται τόσο στε­νά μεταξύ τους για να διαμορφώσουν ένα διεθνές αστικό εκμεταλ­λευτικό μπλοκ – έστω με αμυδρά ελληνική συμμετοχή – εθνικής και υπερεθνικής λεηλασίας των εργα­ζομένων; Με ποια λογική στις α­ναδιατάξεις που αναπτύσσονται στους κόλπους του κεφαλαίου σε εθνική και διεθνική κλίμακα η Αριστερά πρέπει να παίρνει τη θέ­ση των «ριγμένων» αστικών μερί­δων, μικρότερων ή μεγαλυτέρων; Γιατί, τέλος, πρέπει η Αριστερά να υποτάσσει τη λύση της βασικής α­ντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας στις υπαρκτές ενδοαστικές αντιθέσεις; Τα ερωτήματα αυτά μένουν α­ναπάντητα από το ΚΚΕ. Και όχι μόνον αυτό, παρά πολλαπλασιάζο­νται, καθώς η αντίληψη αυτή αντα­νακλάται και στη λογική για τις κοινωνικές συμμαχίες της εργατικής τάξης. Έτσι, αναγορεύονται σε βασικό σύμμαχο της τα λεγόμε­να μεσαία στρώματα και μάλιστα αυτά που είναι ιδιοκτήτες – επιχει­ρηματίες και πλήττονται από τις διαδικασίες της καπιταλιστικής α­ναδιάρθρωσης.

Βέβαια, αυτός ο αλληθωρισμός του ΚΚΕ είναι γνωστός από πα­λιότερα (π.χ. δεκαετία του ’60). Τότε κατασκεύαζε την «εθνική α­στική τάξη» – με την οποία υποτί­θεται θα μπορούσε να αγωνιστεί από κοινού ενάντια στο καθεστώς της ξενοδουλείας – κλείνοντας τα μάτια στην τεράστια διεύρυνση της εργατικής τάξης που εξελισσόταν με γρήγορους ρυθμούς.

Η επανάληψη του ίδιου «λά­θους» θέτει το ερώτημα: Είναι η λάθος κοινωνικοοικονομική ανά­λυση που οδηγεί στη λάθος πολιτι­κή ή μήπως η προσπάθεια να δι­καιολογηθούν «επιστημονικά» ειλημμένες πολιτικές αποφάσεις (π.χ. συμμαχία με το Κέντρο του Γ. Παπανδρέου) παράγει τις λάθος α­ναλύσεις; Μάλλον το δεύτερο είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα.

Άλλωστε, αυτή η πραγματικότη­τα βοά, αποδεικνύοντας σήμερα πολύ περισσότερο από ποτέ ότι το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα, καταρ­γεί τα εθνικά σύνορα και διαπλέκε­ται σε πλανητικό επίπεδο. Αυτή η τάση ισχύει – ασφαλώς με πιο «χα­μηλές πτήσεις» – και για το «ελλη­νικό» κεφάλαιο. Κλείνει τις εγκα­ταστάσεις του στην Ελλάδα για να ανοίξει άλλες σε βαλκανικές χώρες χαμηλού εργατικού κόστους, προτι­μά να εξαγοράζεται – συγχωνεύε­ται με μεγάλες πολυεθνικές και να αποτελεί κρίκο τους, παρά να απο­τελεί μεγάλη εταιρία μιας μικρής χώρας, ισχυροποιεί τις επιχειρή­σεις πολυεθνικής διαπλοκής και εμβέλειας, αδιαφορώντας για τα «ξερά κλαδιά» που μένουν πίσω.

Η προσπάθεια να βρεις μέσα σ’ αυτή τη διαδικασία τμήματα ιδιο­κτητών επιχειρηματιών που θα α­ντιπαρατεθούν επί της ουσίας στον ηγετικό μονοπωλιακό πυρήνα του κεφαλαίου και στην ΕΟΚ μοιάζει

στην καλύτερη περίπτωση με πολι­τική αφέλεια. Όμως το ΚΚΕ δεν είναι αφελές.

Γι’ αυτό και η στάση του είναι επιεικώς αποπροσανατολιστική για το εργατικό κίνημα. Καταρχήν, γιατί νομιμοποιεί την αντιδραστι­κή αντιστροφή που κάνουν τα α­στικά κόμματα και η κυρίαρχη ιδεολογία, φέρνοντας στην πρώτη γραμμή όχι τα δικαιώματα και τις ανάγκες των εργαζομένων, αλλά τις ανάγκες της «εθνικής οικονο­μίας», της «εγχώριας παραγωγής», της «ανάπτυξης»- έστω της προο­δευτικής.

Έπειτα, γιατί συμφιλιώνει τους εργαζόμενους με τις απόψεις της «εθνικής συστράτευσης», για να σωθεί και να αναπτυχθεί «ο παρα­γωγικός ιστός της χώρας μας», των θυσιών για το καλό του τόπου, α­πόψεις που κατά κόρον προβάλλο­νται – πιο ακραία ασφαλώς – από τους κάθε λογής συντηρητικούς και «εκσυγχρονιστές».

Ύστερα, γιατί με την υπερπροβολή του «εθνικού» απονευρώνει, υπονομεύει την αντιεθνικιστική πάλη – ακόμα και τις όποιες δικές του τοποθετήσεις – αφήνει στο α­πυρόβλητο τον επεκτατισμό του ελληνικού κεφαλαίου στα Βαλκά­νια και μολύνει τον αντιΕΟΚικό -αντιϊμπεριαλιστικό – διεθνιστικό αγώνα με τα ανιστόρητα μικρόβια του «έθνους – φρουρίου», της εθνι­κής περιχαράκωσης κ.λ.π.

Και το κυριότερο, γιατί απεμπολεί και παραπέμπει στο νεφοσκεπές και απροσδιόριστο μέλλον το στόχο που πρέπει να αποτελεί συνολικό αίτημα και καρδιά της εργατικής επαναστατικής πολιτι­κής και τακτικής, την ανατροπή δηλαδή της εξουσίας του κεφαλαί­ου συνολικά.

Ίσως όλα αυτά για την ηγεσία του ΚΚΕ να είναι απλές παρωνυχίδες ή «αντικομουνιστικές συκο­φαντίες». Ας είναι. Αυτό που έχει αξία είναι τι σκέφτεται και κυρίως τι κάνει ο κόσμος της Αριστεράς που αγωνιά για την υπόθεση της εργατικής πάλης.

Αναρτήθηκε στις Αριστερά. Αφήστε Σχόλιο »

Υποβολή σχολίου

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Αλλαγή )

Connecting to %s

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.