ΓΙΑΝΝΗ ΕΛΑΦΡΟΥ
Είναι συχνά η απουσία πιο βροντερή από την παρουσία. Τέτοια αίσθηση προκάλεσε η απουσία του Χαρίλαου Φλωράκη από την κατάμεστη αίθουσα όπου παρουσιαζόταν το πολυσυζητημένο (σίγουρα πολύ περισσότερο από την αξία του) βιβλίο της Νίτσας Λουλέ-Θεοδωράκη. Πολλοί πολιτικοί, πάνω από 100 (!) δημοσιογράφοι, αλλά το τιμώμενο πρόσωπο απουσίαζε.
Όμως, η σκέψη και το έργο του Χαρίλαου Φλωράκη ήταν παρόντα στην παρουσίαση. Ήταν εκεί πολλοί απ’ αυτούς που συνεργάστηκαν μαζί του στην κορυφαία στιγμή της καριέρας του. Τότε που χαρακτηρίστηκε «Μακρυγιάννης» της Αριστεράς. Ο Κωνσταντόπουλος, ο Ανδρουλάκης, μέχρι και ο ίδιος ο Τζαννετάκης. Το έργο του Χαρίλαου παρόν, ο ίδιος απών.
Αυτή η σκηνή εκφράζει με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο ένα ΚΚΕ που στέκεται αμήχανο απέναντι στην ιστορία του, την πολιτική του διαδρομή, τους ηγέτες του. Το ΚΚΕ είχε την «ατυχία» να δει την κορύφωση μιας ολόκληρης πορείας, τη συγκυβέρνηση Τζαννετάκη, όχι μόνο να συμπαρασύρεται από το ορμητικό ρεύμα του νεοφιλελευθερικού ΕΟΚικού εκσυγχρονισμού, αλλά να πνίγεται και στο βάραθρο που άνοιξε η κατάρρευση του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού.
Αυτή όμως η «ατυχία» ήταν ταυτόχρονα και μια ευκαιρία, καθώς άνοιγαν όλα τα ερωτήματα για το περιεχόμενο και τις μορφές του εργατικού κινήματος. Μαζί με το χείμαρρο της αποστράτευσης δημιουργούσαν ένα ανικανοποίητο αίσθημα αναζήτησης.
Οι κομμουνιστές της εποχής μας, πρέπει να βάλουν βαθιά ερωτήματα, παραβιάζοντας ακόμα και τα ιερά και όσια της επανάστασης. Αν δεν λογαριαστεί το σύγχρονο κίνημα με το παρελθόν του, ποτέ δεν θα μπορέσει να αντιμετωπίσει το παρόν από τη σκοπιά του μέλλοντος.
Το ΚΚΕ προσπάθησε να σταθεί στη νέα εποχή με ένα έντονο αριστερό βερμπαλισμό, ρηχό όμως σε ταξικό περιεχόμενο, με την ύψωση ενός κομματικού σοβινισμού, με τη γραμμή «πέντε κόμματα – δυο πολιτικές». Πέτυχε μια πρωταρχική συσσώρευση μελών και ψηφοφόρων, αλλά μπροστά του βρίσκονται όλο και μεγαλύτερα αδιέξοδα. Αδιέξοδα όπως αυτά που εμφανίστηκαν στην υπόθεση του βιβλίου για τον Χαρίλαο Φλωράκη ή σαν αυτά που οδηγούν στην ψήφιση του Πρωτόπαππα για πρόεδρο της ΓΣΕΕ.
Η ουσία είναι πως έστω και αυτή η αριστερούτσικη πολιτική του ΚΚΕ δεν έχει καμιά θεωρητική, ιστορική και κοινωνική υποστήριξη. Όταν το ΚΚΕ δεν έχει κάνει αυτοκριτική για την κυβέρνηση Τζαννετάκη, πόσο μάλλον για όλη τη γραμμή κυβερνητισμού και πλασσαρίσματος στο πολιτικό παιχνίδι που κυριάρχησαν στην προηγουμένη δεκαετία, πόσο μπορεί να αντέξει στη γωνία του πολιτικού σούπερ μάρκετ;
Το κλασικό δίπολο σεχταρισμού – οπορτουνισμού, δηλαδή δογματισμός στη θεωρία, σοβινισμός στο κόμμα και δεξιά πολιτική στο όνομα των συμμαχιών θα πάρει ακόμα πιο χαρακτηριστικά την κυρίαρχη θέση στη φυσιογνωμία του ΚΚΕ.
Μήπως προτρέχουμε ή αποκλείουμε εξελίξεις; Δυστυχώς όχι. Οι θέσεις του ΚΚΕ για το σοσιαλισμό και τις εξελίξεις στις ανατολικές χώρες επιβεβαιώνουν αυτές τις εκτιμήσεις.
Αυτές δεν αποτελούν στοιχείο εκτιμήσεων για την ιστορία. Έχει σαφέστατο στρατηγικό και προγραμματικό περιεχόμενο, καθώς η
τοποθέτηση για το παρελθόν καθορίζει τις απαντήσεις που δίνονται στο παρόν και το μέλλον. Η συζήτηση, δηλαδή, στο ΚΚΕ δείχνει και το είδος του σοσιαλισμού που ευαγγελίζεται αυτό το κόμμα.
Το ΚΚΕ, με τις θέσεις της Κεντρικής Επιτροπής, μιλά για ανατροπή και όχι κατάρρευση υποτιμώντας ή αγνοώντας τις εσωτερικές κοινωνικές διεργασίες που οδήγησαν στην πτώση και αναγορεύοντας σε κύριο την αναμφισβήτητη παρέμβαση του ιμπεριαλισμού σε συνδυασμό με την «προδοσία» των ηγετικών ελίτ.
Το ΚΚΕ δεν μπαίνει στον κόπο να απαντήσει κατά πόσο η στάση του κάθε Γκορμπατσόφ, Γιέλτσιν, Γιάκοβλεφ ήταν τελικά προδοσία ή μήπως ήταν η έκφραση συγκεκριμένων κοινωνικών συμφερόντων και πολιτικών επιλογών στρωμάτων όχι μόνο αποσπασμένων μα εχθρικών, καταπιεστικών απέναντι στην εργατική τάξη.
Στις θέσεις του ΚΚΕ υπάρχει, σε γενικές γραμμές, αποδοχή του μοντέλου που οικοδομήθηκε στις ανατολικές χώρες, ενώ τα όποια προβλήματα παρουσιάζονται σαν δευτερεύουσες αδυναμίες. Βασιλεύει σ’ αυτές ένας αντιδραστικός ιδεαλισμός, καθώς οι πολιτικές στάσεις ομάδων ή ανθρώπων δεν ερμηνεύονται με ταξικούς και υλικούς όρους, αλλά σαν σωστές ή λάθος ιδέες. Έτσι, τα πάντα συγκεντρώνονται τελικά στο ρόλο του κόμματος, που είτε από τη θετική σκοπιά (του τι «δημιούργησε») είτε από την αρνητική (δεν «προετοίμασε») είναι το Α και το Ω. Το κόμμα είναι παντού, η εργατική τάξη πουθενά. Έτσι, θεωρητικοποίεται και η αντίληψη για το κόμμα σήμερα.
Αυτός, όμως, που είναι ακόμα πιο θλιβερός από τις θέσεις της ΚΕ είναι ο διάλογος που γίνεται στις κομματικές οργανώσεις και στο Ριζοσπάστη. Όπως σημείωνε και ένα άρθρο του διαλόγου, «ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από το ΚΚΕ, το φάντασμα του Στάλιν». Όχι μόνο φορτώνονται από ένα μεγάλο μέρος των συμμετοχών όλα τα προβλήματα μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, αλλά αναπαράγονται όλα τα αντεπαναστατικά, αντεργατικά και αντιδημοκρατικά σχήματα που έχει βγάλει στο διάβα του το κομμουνιστικό κίνημα. Ταυτόχρονα, τα μεγάλα ερωτήματα είτε δεν θίγονται είτε απαντιούνται με τσιτάτα.
Αυτό που αποδεικνύει ο διάλογος είναι πως όχι μόνο η ηγετική ομάδα του ΚΚΕ, αλλά και σημαντικά τμήματα της οργανωμένης του βάσης δεν εκφράζουν, έστω εν δυνάμει, επαναστατικές τάσεις. Ο κοινωνικός του χαρακτήρας έχει γίνει πιο έντονα μικροαστικός (δεν είναι καθόλου άσχετα τα αλλεπάλληλα δημοσιεύματα του Ριζοσπάστη για τους μικρομεσαίους), ενώ στα τμήματα της εργατικής τάξης που συσπειρώνονται κυριαρχεί η αντίληψη της άμυνας και της σωτηρίας της παλιάς κατάστασης μπροστά στη λαίλαπα της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης που είναι σε εξέλιξη. Γι’ αυτό και κυριαρχούν συνθήματα με εθνικό περιεχόμενο, παλεύεται η σωτηρία της βιομηχανίας, της παραγωγής. Πρόκειται, δηλαδή, όχι μόνο για την επίδραση παλιών αντεπαναστατικών σχημάτων του σταλινικού και μετασταλινικού κομμουνιστικού ρεφορμισμού (εθνικοποίηση του σοσιαλισμού, παραγωγισμός, οικονομισμός), αλλά και έκφραση συγκεκριμένων κοινωνικών συμφερόντων.
Δεν υπάρχουν και άλλες, αντίστροφες διεργασίες στο ΚΚΕ; Οπωσδήποτε, εξάλλου κάτι τέτοιο φάνηκε και στο διάλογο, καθώς λίγα, αλλά αξιόλογα σημειώματα βάζουν ουσιαστικά ερωτήματα, πιάνουν το νήμα των εξελίξεων από πολύ νωρίς, αναζητούν επαναστατικές απαντήσεις. Κάτι τέτοιο ήταν έκδηλο σε άρθρα που προέρχονταν από τη νεολαία, αλλά και σε ορισμένα παλιών αγωνιστών με ιστορία και ιδιαίτερη συμβολή στην άνδρωση της ΚΝΕ, ειδικά τα πρώτα χρόνια της χούντας.
Η τραγωδία, όμως, στην ιστορία του ΚΚΕ είναι πως τις περισσότερες φορές το αριστερό ταυτιζόταν με το δογματικό, ενώ ό,τι δημοκρατικό, αναζητησιακό ταυτιζόταν με τη δεξιά στροφή. Έτσι, φυσικά, ακυρώνονταν και τα δύο. Τέτοιος κίνδυνος υπάρχει και σήμερα.
Η δυνατότητα της εποχής της κατάρρευσης είναι, όμως, ότι μπορεί να αναπτυχθεί ένα νέο κομμουνιστικό ρεύμα, επαναστατικό και ανεξάρτητο από την αστική ιδεολογία και τη γραφειοκρατία, κριτικό και ρηξικέλευθο ταυτόχρονα.
Μόνο κάτω από σοβαρότατες κοινωνικές εξελίξεις και ταξικές συγκρούσεις, με την επίδραση ενός ανεξάρτητου κομμουνιστικού ριζοσπαστισμού, μπορούν να απελευθερωθούν δυνάμεις προς τα αριστερά. Κάθε άλλη εξέλιξη θα θυμίζει έντονα το μύθο τον Σίσυφου, με τη μόνη διαφορά ότι η πέτρα κατρακυλά όλο και πιο κάτω. Παραφράζοντας και τα λόγια του Χαρίλαου Φλωράκη, «η ζωή έχει δείξει».